Η προκατάληψη απέναντι στον κινηματογράφο, ως δυνητικά επικίνδυνο θέαμα για τους νέους, η μαζικότητά του, και η εξαίρεσή του από τις προστατευτικές διατάξεις του ελληνικού Συντάγματος περί ελευθερίας του λόγου, που αφορούν τον Τύπο, τον έθεσαν από νωρίς στο στόχαστρο της κρατικής προληπτικής λογοκρισίας, οι μηχανισμοί και η φιλοσοφία της οποίας διαμορφώθηκαν από το 1925 έως το 1942, με σειρά νομοθετικών διαταγμάτων και αναγκαστικών νόμων επί Πάγκαλου, Μεταξά και Κατοχής (Ν.Δ. 21/09/1925, Α.Ν. 445/1937, Α.Ν. 955/1937, Ν.Δ. 1108/1942). Το εν λόγω θεσμικό πλαίσιο, που έφερε τη σφραγίδα δικτατορικών και κατοχικών καθεστώτων, παγιώθηκε σχεδόν αναλλοίωτο, με παραλλαγές αυστηροποίησης ή χαλάρωσης στην εφαρμογή του, σε όλη τη μεταπολεμική εποχή μέχρι το 1986, όταν ο ν. 1597/1986, «Προστασία και ανάπτυξη της κινηματογραφικής τέχνης, ενίσχυση της ελληνικής κινηματογραφίας και άλλες διατάξεις», απαγόρευσε με ρητό τρόπο την προληπτική λογοκρισία των ταινιών. Μετά τη δικτατορία, η λογοκρισία του κινηματογράφου συνέχισε να υπάγεται στη Γενική Γραμματεία Τύπου και Πληροφοριών, υπό την εποπτεία όμως του Υπουργείου Προεδρίας της Κυβερνήσεως, αντί του πρωθυπουργού. Ακολουθώντας την πρακτική δεκαετιών, προέβλεπε την ύπαρξη πρωτοβάθμιων και δευτεροβάθμιων επιτροπών που ασκούσαν έλεγχο στο σενάριο και στην τελική κόπια κάθε ταινίας, προκειμένου να της δοθεί, αρχικά, άδεια λήψης και αργότερα άδεια προβολής. Εκτός από τον έλεγχο της καταλληλόλητας των ταινιών για τους ανήλικους, στις αρμοδιότητες των επιτροπών περιλαμβάνονταν η περικοπή πλάνων, σκηνών και διαλόγων, καθώς και η πλήρης απαγόρευση ενός σεναρίου ή μιας ταινίας με βάση σειρά κοινωνικο-πολιτικών, θρησκευτικών, ηθικών και αισθητικών κριτηρίων: το επιζήμιο για τη νεότητα περιεχόμενο, η διατάραξη της δημόσιας τάξης, η προώθηση ανατρεπτικών ιδεών, η δυσφήμιση της χώρας ή άλλων χωρών, η προσβολή των δημοσίων ηθών, η υπονόμευση των υγιών κοινωνικών παραδόσεων του ελληνικού λαού, η προσβολή της χριστιανικής θρησκείας, η απουσία καλλιτεχνικής αξίας και η επιβλαβής επίδραση στην αισθητική ανάπτυξη του λαού. Αν και μετά την πτώση της Χούντας ακολούθησε αισθητή χαλάρωση στην αυστηρότητα των κρίσεων και σημαντική ανανέωση στη στελέχωση των επιτροπών, με τη συμμετοχή, τα πρώτα χρόνια, ακόμα και ενεργών κινηματογραφιστών ή κριτικών του Νέου Ελληνικού Κινηματογράφου, όπως της Τώνιας Μαρκετάκη και του Βασίλη Ραφαηλίδη, στην πρώιμη Μεταπολίτευση καταγράφεται ένας αξιοσημείωτος αριθμός λογοκριτικών περιστατικών που αφορούσαν τόσο ελληνικές όσο και ξένες ταινίες. Παράλληλα, έμμεση λογοκρισία ασκήθηκε και από κρατικούς φορείς χρηματοδότησης και προβολής των εγχώριων ταινιών, δηλαδή την κρατική δανειοδότηση κινηματογραφιστών, το Ελληνικό Κέντρο Κινηματογράφου και το Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης.