Audrey Smedley: Η Καταγωγή της «Φυλής»

Οι σύγχρονοι ερευνητές συμφωνούν πως η «φυλή» ήταν μια πρόσφατη εφεύρεση και πως ήταν ουσιαστικά μια λαϊκή ιδέα και όχι το προϊόν επιστημονικής έρευνας και ανακάλυψης. Αυτό δεν είναι κάτι το καινούργιο για τους ανθρωπολόγους. Από τη δεκαετία του 1940, όταν ο Ashley Montagu διαφωνούσε με τη χρήση του όρου «φυλή» στην επιστήμη, ένας όλο και μεγαλύτερος αριθμός ερευνητών σε πολλούς κλάδους έχει δηλώσει πως η πραγματική έννοια της φυλής στην αμερικανική κοινωνία έχει να κάνει με κοινωνικές πραγματικότητες, εντελώς διαφορετικές από τις φυσικές παραλλαγές του ανθρώπινου είδους. Πιστεύω πως η φυλή θεσμοθετήθηκε από τον 18ο αιώνα ως κοσμοθεωρία, ένα σύνολο πολιτισμικά δημιουργημένων νοοτροπιών και πεποιθήσεων σχετικά με τις διαφορές των ανθρώπινων ομάδων.

Sharif Gemie: Habermas Και Αναρχισμός

Έμαθα για πρώτη φορά για τον Habermas κατά τη διάρκεια ενός ερευνητικού σεμιναρίου για ένα δοκίμιο, την Μεταμοντέρνα Κατάσταση του Jean-Francois Lyotard. Το δοκίμιο, το οποίο είχε τη μορφή μιας κομψής αλλά ουσιαστικά πολεμικής αντίκρουσης της σκέψης του Habermas, με ενόχλησε πάρα πολύ. Βρήκα το ύφος του Lyotard επιτηδευμένο, τη σκέψη του μάλλον επιδεικτική παρά πραγματικά ριζοσπαστική και την πολιτική του ελιτίστικη. Η συζήτησή μας ξεκίνησε με την εξέταση ενός συγκεκριμένου σημείου: Τον ισχυρισμό του Lyotard πως η αναζήτηση συνοχής στην πολιτική ήταν μια ουσιαστικά φασιστική παρόρμηση. Προς έκπληξή μου, οι περισσότεροι από τους συμμετέχοντες στο σεμινάριο το θεώρησαν αυτό δεδομένο και δεν ήταν πρόθυμοι να συζητήσουν αυτό το σημείο. Η αντίδραση μου ήταν να μάθω περισσότερα για τον συγγραφέα που επέκρινε ο Lyotard. Σήμερα, οι ριζοσπάστες πολιτικοί και πολιτιστικοί φιλόσοφοι μοιάζουν να χωρίζονται σε δύο στρατόπεδα: τους Γερμανούς (που ακολουθούν σε μεγάλο βαθμό διάφορες εκδοχές της Κριτικής Θεωρίας) και τους Γάλλους. Υπάρχει κάποιο κοινό έδαφος που μοιράζονται και τα δύο στρατόπεδα: και τα δύο έχουν διαμορφωθεί από τη «γλωσσική στροφή» της φιλοσοφίας του 20ου αιώνα. Αυτή η φράση φαίνεται να σημαίνει πολλά πράγματα. Κατά μία έννοια, όπως ακριβώς οι φιλόσοφοι του Διαφωτισμού του 18ου αιώνα έβλεπαν τα μαθηματικά ως το βασικό μοντέλο της επιστήμης πάνω στο οποίο θα μπορούσαν και θα έπρεπε να οικοδομηθούν όλες οι άλλες μορφές ορθολογικής σκέψης, έτσι και σήμερα οι περισσότεροι φιλόσοφοι δίνουν στη γλωσσολογία μια παρόμοια θέση. Κατά συνέπεια, οι σύγχρονοι φιλόσοφοι δίνουν μεγάλη έμφαση στο ρόλο που διαδραματίζει η γλώσσα στην ενεργό διαμόρφωση εννοιών, νοοτροπιών, ακόμη και πολιτισμών. Η ιδέα αυτή οδηγείται στο λογικό άκρο από τους (κυρίως Γάλλους) μεταδομιστές και αποδομητές, οι οποίοι υποστηρίζουν πως η γλώσσα στην πραγματικότητα δημιουργεί – «τα κείμενα μιλούν σε κείμενα» – ενώ οι συγγραφείς είναι απλώς πειθήνια πιόνια στις ευρύτερες κινήσεις κάποιας τεράστιας γλωσσολογικής ανάπτυξης.

Carmen Cañete Quesada: Οι Ισπανοί Ρομά στη Διάρκεια του Πολέμου (1936-1939)

Ο εντοπισμός επιστημονικού υλικού σχετικά με τους Ισπανούς Ρομά (Gitanos) τη ταραγμένη περίοδο του πολέμου είναι δύσκολο εγχείρημα. Ωστόσο, είναι δυνατό συλλέξουμε πληροφορίες σχετικά με αυτό το θέμα ανατρέχοντας σε περιοδικά και εφημερίδες που είχαν ενεργό ρόλο στην ενημέρωση στη διάρκεια του πολέμου. Σήμερα, ο εντοπισμός αυτών των εγγράφων με τη χρήση βάσεων δεδομένων και η προσβασιμότητά τους μέσω των εικονικών αρχείων εφημερίδων έχει διευκολύνει σημαντικά το έργο των ερευνητών. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον για όσους προσπαθούν να εντοπίσουν υλικό για τους Gitanos που δημοσιεύτηκε κατά τη διάρκεια του πολέμου παρουσιάζει το Hemeroteca Virtual de la Biblioteca Nacional de España (Εικονικό Αρχείο Εφημερίδων της Εθνικής Βιβλιοθήκης της Ισπανίας), το οποίο σήμερα διαθέτει δημόσια επισκέψιμους 2411 τίτλους και ξεπερνά τα 68 εκατομμύρια σελίδες. Σημαντικός όγκος ειδήσεων για τους Gitanos με τη χρήση αυτής και άλλων ψηφιακών πηγών εντοπίζεται στο περιοδικό Mundo Gráfico. Η συνολική ανασκόπηση αυτού του εβδομαδιαίου περιοδικού προειδοποιεί τον αναγνώστη για την προοδευτική ατζέντα που ακολουθεί το περιοδικό, η οποία οδήγησε στη λογοκρισία του κατά τη διάρκεια του καθεστώτος του Primo de Rivera και στην υποστήριξή του προς τη Δεύτερη Δημοκρατία κατά τη διάρκεια του πολέμου. Το Mundo Gráfico συνέχισε ενεργά κατά τα δύο πρώτα χρόνια του πολέμου, αν και με περιορισμένη κυκλοφορία λόγω έλλειψης τυπογραφικού χαρτιού. Τον Δεκέμβριο του 1938, το περιοδικό έκλεισε τις πόρτες του, αλλά πριν από αυτό αρκετά φωτογραφικά ρεπορτάζ του για τους Gitanos προσέφεραν σημαντικές πληροφορίες και φωτογραφίες μεγάλου μεγέθους.

Clifton Ariwakehte Nicholas & Franklin López: Τείχη, Φράχτες και Αντίσταση

Όταν μιλάμε για εποικιστική αποικιοκρατία, δεν αφηγούμαστε απλώς το παρελθόν, αλλά περιγράφουμε ένα σύστημα που σήμερα είναι ακόμη ζωντανό και επεκτεινόμενο. Είναι σημαντικό να αναλύσουμε τους όρους: η αποικιοκρατία σήμερα συχνά σημαίνει εισβολή σε έναν τόπο για την απόσπαση πόρων – ένα ορυχείο, μια φυτεία, ένα κοίτασμα πετρελαίου – πριν αποχωρήσουμε. Οι καναδικές εταιρείες, για παράδειγμα, λεηλατούν ορυκτά από τη Λατινική Αμερική και την Αφρική, αλλά όταν το ορυχείο εξαντληθεί, δεν εμφανίζεται κανένας «Νέος Καναδάς» δεν στη Γκάνα ή τη Γουατεμάλα. Οι αποικιοκράτες παίρνουν και φεύγουν. Η εποικιστική αποικιοκρατία είναι διαφορετική. Πρόκειται για μόνιμη κατοχή. Αφορά τον εκτοπισμό των αυτόχθονων πληθυσμών από τα εδάφη τους, τη διαγραφή της παρουσίας τους και την αντικατάστασή τους με εποίκους που θα κατοικήσουν, θα αστυνομεύσουν και θα επωφεληθούν από τη γη αυτή. Αυτή είναι η ιστορία του Νησιού-Χελώνα και η ιστορία της Παλαιστίνης.

Sevînaz Evdikê: Η Λύση για τη Ροζάβα Είναι η Αποκέντρωση της Εξουσίας (Συνέντευξη)

Η νέα κυβέρνηση στη Δαμασκό είναι τρομακτική, φρικτή. Έχουμε βίντεο που δείχνουν πώς αυτοί οι νέοι ηγέτες στη Δαμασκό σκοτώνουν πολίτες στο Κομπάνι και στη Ράκκα και σφάζουν γυναίκες. Είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς τη συνύπαρξη μαζί τους, παρόλο που το σύστημα αυτόνομης διοίκησης που έχουμε επιδιώκει ακριβώς τη συνύπαρξη. Γι' αυτό παλέψαμε όλα αυτά τα χρόνια. Προσωπικά, δεν μπορώ να φανταστώ τη συνύπαρξη με τη νέα εξουσία στη Δαμασκό. Για εμάς, η αποκέντρωση της κυβέρνησης είναι πάντα υψίστης σημασίας. Διότι δεν πρόκειται μόνο για την αυτοδιάθεση. Υπάρχουν επίσης οι Αλαουίτες στη χώρα, που είναι φοβισμένοι, οι Αλαουίτισσες γυναίκες, που ήταν πάντα γνωστές για την ανοιχτότητα και την ελεύθερη βούλησή τους. Έχω επαφή μαζί τους και ξέρω πόσο φοβισμένες είναι. Αρνούνται να βγουν από τα σπίτια τους. Και επίσης υπάρχουν οι Δρούζοι στο νότο. Δεν αφορά μόνο τις αυτοδιοικήσεις, τα οποία τα τελευταία δέκα χρόνια έχουν εργαστεί για να αναπτύξουν μια μορφή συνύπαρξης – τόσο μεταξύ όλων των εθνοτικών ομάδων, όσο και μεταξύ ανδρών και γυναικών. Η λύση είναι η αποκέντρωση της εξουσίας. Δεν υπάρχει άλλος τρόπος. Ειδικά τώρα που εισάγονται νέοι κανόνες, οι οποίοι, κατά τη γνώμη μου, στρέφονται κύρια κατά των γυναικών. Δεν μπορώ να φανταστώ να ζω σε μια τέτοια χώρα. Γι' αυτό ελπίζω πως θα αποκτήσουμε μια αποκεντρωμένη κυβέρνηση. Δεν ξέρω πώς ακριβώς, αλλά απλά εύχομαι να έχουμε το δικαίωμα να αποφασίζουμε οι ίδιοι για τον εαυτό μας.

Carlos Taibo: Bakunin Εναντίον Marx

Ανάμεσα στον Bakunin και στον Marx υπάρχουν περισσότερα κοινά στοιχεία από όσα φαίνονται. Δεν ήταν σύμπτωση πως και οι δύο βρήκαν καταφύγιο στη Διεθνή και πως, παρά τις διαφωνίες τους, μοιράστηκαν χώρο μέσα στην οργάνωση. Πέρα από αυτό, είναι προφανές ότι τόσο ο Bakunin όσο και ο Marx επιθυμούσαν να προστατεύσουν τη Διεθνή από εξωτερικές επιθέσεις. Ο απεριόριστος, ίσως υπερβολικός, θαυμασμός που ένιωθε πάντοτε ο Bakunin για το θεωρητικό έργο του Marx είναι αδιαμφισβήτητος. Η επιθυμία να αφήσουν πίσω τους μια τάξη πραγμάτων, αυτή του κεφαλαίου, ήταν εμφανής στους προβληματισμούς και τις πράξεις αυτών των δύο επαναστατών. Παρά τα όσα μόλις ανέφερα, δύο ξεχωριστά εγχειρήματα συγκρούστηκαν μέσα στη Διεθνή. Ενώ οι θέσεις του Bakunin και του Marx ήταν έντιμες, δεν μπορεί να ειπωθεί το ίδιο για τις μεθόδους τους, και ιδιαίτερα για εκείνη του Marx. Για τον τελευταίο, ο Grawitz έχει επισημάνει πως, «αιχμάλωτος των αφηρημένων σχημάτων και στόχων του, θα εκτιμήσει στις θέσεις του Bakunin μόνο την εμφάνιση ενός αντιπάλου, ενός εχθρού του δόγματός του, χωρίς να κατανοήσει τον πλούτο και τις λεπτομέρειες μιας σκέψης αντίθετης προς τη δική του». Ήταν εν τέλει εξαιρετικά δύσκολο να συμφιλιωθούν δύο πολύ διαφορετικές οπτικές όταν αφορούσαν θέματα όπως αυτά που αφορούσαν τη λειτουργία της Διεθνούς, τις συνέπειες του συγκεντρωτισμού, τον ορίζοντα της αυτοδιαχείρισης, τη φύση του θεσμού του Κράτους, τη συμμετοχή στα κοινοβούλια ή το ρόλο των διανοουμένων και των επιστημόνων. Και για να γίνουν τα πράγματα ακόμη πιο περίπλοκα, δεν λείπουν τα κείμενα του Bakunin που, αν και κάπως αντιφατικά, υπερασπίζονται την ανάγκη για ηγετικές πρωτοπορίες.

Θωμάς Λαζαρίδης: Ιδιωτική Τηλεόραση και Θεωρίες Συνωμοσίας. Η Περίπτωση της Ελλάδας

Τις τελευταίες δεκαετίες, και ιδιαίτερα στη διάρκεια της πρόσφατης πανδημίας του Covid-19, ζητήματα που αφορούν στη διασταύρωση των πληροφοριών και την αποφυγή της διάδοσης ψευδών ειδήσεων βρίσκονται στο επίκεντρο του δημόσιου και επιστημονικού διαλόγου. Με αφετηρία αυτή τη συζήτηση, και με αφορμή συγκεκριμένους πολιτικούς παράγοντες, έχει ξεκινήσει μια ευρύτερη έρευνα για το τι παρουσιάζεται ως μετα-αλήθεια. Υπό αυτές τις συνθήκες, κάθε πληροφορία που συναντάμε τίθεται υπό αμφισβήτηση, καθώς η «πραγματική αλήθεια» των γεγονότων παραμένει κρυφή. Έτσι, ο δημόσιος διάλογος είναι δομημένος έτσι ώστε να υπεραπλουστεύει τις πολιτικές και κοινωνικές δράσεις, ενώ παράλληλα ενισχύεται με σενάρια που προκαλούν φόβο γύρω από μεγάλα, σημαντικά ζητήματα. Τέλος, οι απαντήσεις και οι λύσεις που προσφέρονται είναι συχνά προϊόν εθνικιστικών αφηγήσεων. Αυτό είναι το έδαφος στο οποίο ευδοκιμούν που οι θεωρίες συνωμοσίας και που αναδύονται ως ένα δυναμικό πεδίο επίδρασης, το οποίο περνά σε επικίνδυνες συμπεριφορές, ακόμη και σε θέματα που αφορούν τη ζωή και το θάνατο.

Πηνελόπη Πετσίνη & Μαρία Χάλκου: Η Λογοκρισία Ως Δημιουργικό Όριο Και Ως Καταστολή. Οι Περιπτώσεις του Χάππυ Νταίη και της Καγκελόπορτας

Η προκατάληψη απέναντι στον κινηματογράφο, ως δυνητικά επικίνδυνο θέαμα για τους νέους, η μαζικότητά του, και η εξαίρεσή του από τις προστατευτικές διατάξεις του ελληνικού Συντάγματος περί ελευθερίας του λόγου, που αφορούν τον Τύπο, τον έθεσαν από νωρίς στο στόχαστρο της κρατικής προληπτικής λογοκρισίας, οι μηχανισμοί και η φιλοσοφία της οποίας διαμορφώθηκαν από το 1925 έως το 1942, με σειρά νομοθετικών διαταγμάτων και αναγκαστικών νόμων επί Πάγκαλου, Μεταξά και Κατοχής (Ν.Δ. 21/09/1925, Α.Ν. 445/1937, Α.Ν. 955/1937, Ν.Δ. 1108/1942). Το εν λόγω θεσμικό πλαίσιο, που έφερε τη σφραγίδα δικτατορικών και κατοχικών καθεστώτων, παγιώθηκε σχεδόν αναλλοίωτο, με παραλλαγές αυστηροποίησης ή χαλάρωσης στην εφαρμογή του, σε όλη τη μεταπολεμική εποχή μέχρι το 1986, όταν ο ν. 1597/1986, «Προστασία και ανάπτυξη της κινηματογραφικής τέχνης, ενίσχυση της ελληνικής κινηματογραφίας και άλλες διατάξεις», απαγόρευσε με ρητό τρόπο την προληπτική λογοκρισία των ταινιών. Μετά τη δικτατορία, η λογοκρισία του κινηματογράφου συνέχισε να υπάγεται στη Γενική Γραμματεία Τύπου και Πληροφοριών, υπό την εποπτεία όμως του Υπουργείου Προεδρίας της Κυβερνήσεως, αντί του πρωθυπουργού. Ακολουθώντας την πρακτική δεκαετιών, προέβλεπε την ύπαρξη πρωτοβάθμιων και δευτεροβάθμιων επιτροπών που ασκούσαν έλεγχο στο σενάριο και στην τελική κόπια κάθε ταινίας, προκειμένου να της δοθεί, αρχικά, άδεια λήψης και αργότερα άδεια προβολής. Εκτός από τον έλεγχο της καταλληλόλητας των ταινιών για τους ανήλικους, στις αρμοδιότητες των επιτροπών περιλαμβάνονταν η περικοπή πλάνων, σκηνών και διαλόγων, καθώς και η πλήρης απαγόρευση ενός σεναρίου ή μιας ταινίας με βάση σειρά κοινωνικο-πολιτικών, θρησκευτικών, ηθικών και αισθητικών κριτηρίων: το επιζήμιο για τη νεότητα περιεχόμενο, η διατάραξη της δημόσιας τάξης, η προώθηση ανατρεπτικών ιδεών, η δυσφήμιση της χώρας ή άλλων χωρών, η προσβολή των δημοσίων ηθών, η υπονόμευση των υγιών κοινωνικών παραδόσεων του ελληνικού λαού, η προσβολή της χριστιανικής θρησκείας, η απουσία καλλιτεχνικής αξίας και η επιβλαβής επίδραση στην αισθητική ανάπτυξη του λαού. Αν και μετά την πτώση της Χούντας ακολούθησε αισθητή χαλάρωση στην αυστηρότητα των κρίσεων και σημαντική ανανέωση στη στελέχωση των επιτροπών, με τη συμμετοχή, τα πρώτα χρόνια, ακόμα και ενεργών κινηματογραφιστών ή κριτικών του Νέου Ελληνικού Κινηματογράφου, όπως της Τώνιας Μαρκετάκη και του Βασίλη Ραφαηλίδη, στην πρώιμη Μεταπολίτευση καταγράφεται ένας αξιοσημείωτος αριθμός λογοκριτικών περιστατικών που αφορούσαν τόσο ελληνικές όσο και ξένες ταινίες. Παράλληλα, έμμεση λογοκρισία ασκήθηκε και από κρατικούς φορείς χρηματοδότησης και προβολής των εγχώριων ταινιών, δηλαδή την κρατική δανειοδότηση κινηματογραφιστών, το Ελληνικό Κέντρο Κινηματογράφου και το Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης.

Ιάσονας Γουσέτης: ΕΛΑΣ & Ακροδεξιά

σε αντίθεση με την ψήφο που είναι μυστική, ορισμένοι αστυνομικοί προβάλλουν δημόσια και περήφανα την ιδεολογική τους τοποθέτηση. Όπως σημειώνει η δημοσιογραφική ομάδα «The Manifold», η οποία διεξήγαγε μια λεπτομερή και εξαιρετικά ενδιαφέρουσα έρευνα για τα σύμβολα στις στολές της ΕΛΑΣ και εντόπισε μια σειρά από «παραδοσιακά» ακροδεξιά ή και νεοναζιστικά σύμβολα που προσαρμόζουν αστυνομικοί στην στολή τους, «η πρακτική αυτή, δηλαδή το να διατυμπανίζουν οι αστυνομικοί τις μισαλλόδοξες ιδεολογίες τους, μοιάζει ιδιαίτερα γενικευμένη και δείχνει ότι δεν αισθάνονται ούτε ότι οφείλουν υπακοή στους κανονισμούς του σώματός τους ούτε ότι φοβούνται πως θα ελεγχθούν από την ηγεσία τους». Κι αυτό το τελευταίο είναι εξαιρετικά ανησυχητικό. Δηλαδή, όχι μόνο διαπιστώνουμε ξανά και ξανά τις «εκλεκτικές συγγένειες» στο εσωτερικό της ΕΛΑΣ, όχι μόνο βλέπουμε την τακτική συνεργασία – ή και ταύτιση – αστυνομικών με την ακροδεξιά, αλλά γίνεται φανερό ότι δεν υπάρχει και καμία πρόθεση από την πολιτική και τη φυσική ηγεσία της ΕΛΑΣ, αυτά τα φαινόμενα να ελεγχθούν. Εν ολίγοις, μοιάζει ουδεμία πρόθεση να υπάρχει για να γίνει μια πραγματική αυτοκάθαρση της ΕΛΑΣ.

Ashton Kingdon: Ο Σφετερισμός της Αρχαίας Ελλάδας και της Ρώμης από την Ακροδεξιά

Σκοπός αυτού του κειμένου είναι να περιγράψει πώς και γιατί η ακροδεξιά χρησιμοποιεί συμβολισμούς παρμένους από την αρχαία Ελλάδα και τη Ρώμη στην προπαγάνδα της. Τα ευρήματα παρουσιάζουν στοιχεία από τρεις βασικούς τομείς. Αρχικά, θα σταθεί στη «Χρυσή Εποχή» της αρχαίας Ελλάδας και στους τρόπους με τους οποίους οι κλασικές πόλεις-κράτη της Σπάρτης και της Αθήνας έχουν χρησιμοποιηθεί ως όπλα σε μια προσπάθεια να δικαιολογηθούν ρατσιστικές και ξενοφοβικές αφηγήσεις. Στη συνέχεια, θα αναλυθεί η εξύμνηση της αρχαίας Ρώμης στην ρατσιστική προπαγάνδα και στα συστήματα καταπίεσης, με έμφαση στην οικειοποίηση ορισμένων ιστορικών στρατιωτικών συμβόλων και τη σύνδεση τους με αφηγήματα για την ευρωπαϊκή φυλετική και πολιτισμική καθαρότητα ως μέσο εξύμνησης της αρρενωπότητας και της λευκότητας. Τέλος, θα δούμε την εξίσωση του λευκού μαρμάρου με την ομορφιά, για να υποστηριχθεί πως, αντί να αποτελεί μια εγγενή αλήθεια, είναι ένα επικίνδυνο κατασκεύασμα που συνεχίζει να τρέφει την ιδεολογία της λευκής υπεροχής. Ουσιαστικά το κείμενο αυτό θα δείξει πως ο κίνδυνος για την σημερινή κοινωνία δεν βρίσκεται απαραίτητα στις ίδιες τις κουλτούρες αυτές, ή ακόμη και στις χειραγωγημένες ιστορικές απεικονίσεις τους, αλλά στη βαθιά προσκόλληση που μπορεί να νιώθει το κοινό σε μια πλαστή εικόνα του αρχαίου κόσμου που απεικονίζεται ως αποκλειστικά λευκός.