Η πρώτη υποδοχή της Λερναίας Ύδρας
Οι κριτικές που δημοσιεύτηκαν με την πρώτη εμφάνιση της Λερναίας Ύδρας πριν 25 χρόνια, μετά την επιστροφή του πολέμου στην Ευρώπη – στην πρώην Γιουγκοσλαβία και πριν την επίθεση στους δίδυμους πύργους, το ενέταξαν κατευθείαν στην ιστορία από τα κάτω, έναν όρο που γνώριζε ήδη διάδοση στα πανεπιστήμια. Εκείνη τη στιγμή μάλιστα το κίνημα για την κοινωνική δικαιοσύνη (που ονομάστηκε παραπλανητικά και κίνημα της αντιπαγκοσμιοποίησης), είχε αναλάβει σημαντικές πρωτοβουλίες αγώνα, από την Ινδία ως τη Βραζιλία και από την Ολλανδία ως τη Νότια Αφρική, με πλήρη επίγνωση της μεταμορφωτικής του δύναμης και πολλές διεθνικές ιστορικές αναφορές στο πνεύμα της εξέγερσης, ενάντια στη δουλεία, ενάντια στον καπιταλισμό, ενάντια σε κάθε καταπίεση. H στάση απέναντι στην ιστορία από τα κάτω ήταν τότε και είναι ακόμη, όσο και αν άλλαξαν τα πράγματα, το κύριο πολιτικό διακύβευμα όσων βρίσκουν χρήσιμη τη συμβολή του βιβλίου.
«Πώς θα ήταν ο κόσμος αν είχαν νικήσει οι Ισοπεδωτές, οι Σκαφτιάδες, οι φωνακλάδες, οι σκλάβοι, οι απόβλητοι, οι Μαρούν, οι Τσιγγάνοι, οι Ινδιάνοι, οι Αμαζόνες, οι Αναβαπτιστές, οι πειρατές», ρώτησε ο Robin D. G. Kelley, συγγραφέας του Freedom dreams : the Black radical imagination1 που εκδόθηκε από τον ίδιο οίκο με τη Λερναία Ύδρα δύο χρόνια μετά και επισημαίνει την οφειλή του σε αυτήν. Απαντά ότι οι Λάινμπο και Ρέντικερ «ξέθαψαν έναν βυθισμένο θησαυρό που ξεχείλιζε από ιστορικές πιθανότητες και μετέτρεψαν τα κρυμμένα διαμάντια σε περιπετειώδη αφήγηση γεμάτη κόπο, αγάπη, φαντασία και εκπληκτική ομορφιά».2 O Ira Berlin, ιστορικός της αμερικανικής δουλείας που τόνισε από νωρίς τον αδιάκοπο από τον 17ο αιώνα αγώνα των σκλάβων για τη διαπραγμάτευση των όρων της καθυπόταξής τους (Many Thousands Gone 1998, Generations of Captivity 2003, Slaves Without Masters 1974) έγραψε ότι η Λερναία Ύδρα μιλά για «διασυνδέσεις που άλλοι αρνήθηκαν, αγνόησαν ή υποτίμησαν» σ’ ένα έργο «αποκατάστασης και εορτασμού ενός κόσμου που τέλεσε επί μακρόν σε απόκρυψη».3
Ο Paul Gilroy, συγγραφέας του The Black Atlantic: Modernity and Double Consciousness4 (το βιβλίο δεν έχει μεταφραστεί στα ελληνικά, ενώ θα ήταν καλή ιδέα) έγραψε ότι ακόμη και «όσοι είναι ήδη εξοικειωμένοι με τον 17ο και τον 18ο αιώνα , [με αυτό το βιβλίο θα δουν] την εικόνα τους για την εποχή εκείνη, την εικόνα που τόσο προσεκτικά διδάχτηκαν κι αργότερα καλλιέργησαν και οι ίδιοι, να αμφισβητείται εκ βάθρων». Ο Γκίλροϋ ανέλυσε (δεν ήταν ο πρώτος, αλλά είχε σίγουρα την ευρύτερη επίδραση) τους μαύρους πληθυσμούς πέρ’ από το εθνικό κράτος, στο πλαίσιο μιας πολιτισμικής ιστορίας του Ατλαντικού. Τεκμηριώνει τη θέση του με τρεις κυρίως τρόπους. Αναδεικνύει πόσο σημαντικές στάθηκαν α. η κινητικότητα των πληθυσμών, β. η ανάπτυξη μιας δικής τους μουσικής κουλτούρας που θα έπαιζε καταιγιστικό ρόλο παντού στον κόσμο, καθώς και γ. η επιμονή έδειξαν οι κυρίαρχες τάξεις να συγκροτήσουν τον φυλετισμό και να επιβάλουν μια κανονιστική έννοια της φυλής για να συγκροτηθεί ο γεωπολιτικός χώρος σε Ευρώπη, Αμερική, Αφρική και Καραϊβική. Το κεντρικό επιχείρημα του Γκίλροϊ ενσωματώνει μια αρθρωμένη σκέψη που ξεκινά από τις αρχές του εικοστού σε κείμενα διανοητών, όπως ο Γ. Ε. Μπ. ΝτιΜπόις, ο Ρίτσαρντ Ράιτ, ο Μάρτιν Ρόμπινσον Ντιλέινι και ο Φρέντρικ Νταγκλάς.
Στο πώς διατρέχει την πολιτισμική κλίμακα, από τον πειρατικό στίχο μέχρι τη μετάδοση του εξεγερσιακού μικροβίου από τις καταπακτές ως τις φυτείες και τα εργοστάσια, αλλά και στη διεθνική ματιά της, η Λερναία Ύδρα αποτελεί διεύρυνση και εμπλουτισμό της οπτικής του Γκίλροϋ και διάλογο μαζί του, ίσως μάλιστα ασκεί υπόρρητη κριτική στην εθνική και εννοιοκεντρική παράδοση της Συγκρότησης της Αγγλικής Εργατικής Τάξης του E P Thompson του 1963 (που έχει μεταφραστεί στα ελληνικά5), έργο που αναφέρεται συχνά ως προπατορικό της ιστορίας από τα κάτω. Γι’ αυτό και η αναγνώριση του εγχειρήματος των Λάινμπο και Ρέντικερ από τον Γκίλροϋ είναι ιδιαίτερα κρίσιμη, όπως βέβαια και -μεταξύ άλλων6– η κρίση του Χάουαρντ Ζιν, πρώην εργάτη στα ναυπηγεία και εμπνευσμένος συγγραφέας της επίσης μεταφρασμένης και στα ελληνικά Ιστορίας του λαού των Ηνωμένων Πολιτειών, ότι πρόκειται για «θαυμάσιο βιβλίο», αποτέλεσμα «εξαιρετικά κοπιώδους έρευνας».7
Ένας φανερά ενοχλημένος ανταγωνιστής, ο David Brion Davis, βραβευμένος με το Εθνικό μετάλλιο των ανθρωπιστικών επιστημών από τον Μπαράκ Ομπάμα, καθηγητής του Yale, με σειρά έργων σχετικά με την ιστορία της δουλείας και του αμπολισιονισμού, προσπάθησε να ανακόψει τον σαρωτικό κύμα ενθουσιασμού, νιώθοντας ίσως απειλημένος από τη μικρή αυτή, αλλά τόσο κρίσιμη φαίνεται, μειονότητα που χαιρέτισε τη ριζοσπαστική ιστοριογραφία της Λερναίας Ύδρας. Έγραψε: «Επειδή τα κεφάλια της Ύδρας περιλαμβάνουν τόσο ρομαντικοποιημένους πειρατές όσο και πόρνες, φανατικά θρησκόληπτους ληστές, λωποδυτάκους και εγκληματίες κάθε είδους, κουράζει η οπτική των συγγραφέων που ‘κοιτάζουν από κάτω προς τα πάνω’».8 Επικρίνει ο Ντέιβις την ιστοριογραφία των Λάινμπο και Ρέντικερ ως παρουσίαση μιας «τέλειας εξέλιξης, εναλλακτικής προς τον ρου της Ιστορίας» [με κεφαλαίο γιώτα, θα προσθέταμε εμείς]. Κοντολογίς: Δεν αναγνωρίζει επιστημονικές αρετές σ’ ένα προϊόν άγριας φαντασίας που αναρωτιέται τι θα μπορούσε να είχε συμβεί αλλιώς.
Οι Λάινμπο και Ρέντικερ απάντησαν βέβαια ότι οι αντιρρήσεις του Ντέιβις, διαπρύσιου κατήγορου όχι μόνον του σοβιετικού καθεστώτος, αλλά και του κομμουνισμού ως οράματος, είναι κυρίως αντιρρήσεις πολιτικές. Στο έργο του ο ίδιος ο Ντέιβις, λένε οι Λάινμπο και Ρέντικερ, εκτιμά ότι χρωστούμε την ανάπτυξη των ιδεών ενάντια στη δουλεία και τον ρατσισμό στα λευκά μεσαία στρώματα και τους λογίους τους, δηλαδή σίγουρα όχι στους ναύτες, τους σκλάβους και το προλεταριάτο του λιμανιού ή του ταβερνείου.9 Πράγματι, φαίνεται καθαρά πολιτική αυτή η διαφωνία – αν παραβλέψει κανείς ανακρίβειες σε λεπτομέρειες που επισημαίνει ο Ντέιβις στη Λερναία Ύδρα, δικαίως ή αδίκως.
Αν η κριτική του Ντέιβις συμπυκνώνει τη δεύτερη τάση, αυτήν της ανοιχτής απόρριψης της ιστοριογραφικής τόλμης του έργου, υπάρχει μια αλληλοεπικάλυψη της κριτικής αυτής με την τρίτη τάση της υποδοχής του. Η διαφωνία του Ντέιβις εκτείνεται και στις περιγραφές π.χ. της ανταρσίας στο Denmark Vesey, απόδειξη για τους Λάινμπο και Ρέντικερ του παναφρικανισμού των πληρωμάτων. Για τον Ντέιβις η ανταρσία αυτή δεν ολοκληρώθηκε ποτέ, είτε επειδή κάποιοι δούλοι προετοίμασαν τα αφεντικά για το ενδεχόμενο, είτε επειδή η διήγησή της ήταν από την αρχή απλή φημολογία και ευχή. Η διαφωνία αυτή αφορά και στην εξιδανίκευση των πειρατών, ενώ πολλοί μπορεί να ήταν και οι ίδιοι δουλέμποροι (λες και δεν είναι γνωστό αυτό). Η διαφωνία αυτή απηχεί ένα κεντρικό, πυρηνικό στοιχείο επιφύλαξης στην κατά τα άλλα θετική κριτική του Robin Blackburn, πρώην συντάκτη του New Left Review. Γράφει λοιπόν ο Μπλάκμπερν, που δίνει τον τόνο για μια σειρά συγχαρητήριων βιβλιοκρισιών που όμως επισημαίνουν τις (μαρξιστικές) αντιρρήσεις τους για τις υπερβολές της προσέγγισης και τον «θρίαμβο της ελπίδας επί των αποδείξων»10: Το σχέδιο της εργατικής εξέγερσης στη Νέας Υόρκης του 1741, που αποκαλύπτει [η Λερναία Ύδρα] ήταν πλουσιότατο και ευρύ. Ήταν όμως εξέγερση αποτυχημένη. Οι ήττες, λέει, μπορεί να είναι συγκινητικές (have an undeniable pathos) δεν μπορούν όμως, επειδή ακριβώς είναι συγκινητικές, να αξιώνουν μεγαλύτερη προσοχή από τις νίκες (yet they should not on that ground command more attention than victories).11
Κι εδώ ακριβώς, στη βάση αυτής της κάθετης διαφοράς, διαφοράς τόσο από την πιο ας πούμε φοβισμένη σοσιαλδημοκρατική, όσο και από την πιο ορθόδοξη (;) μαρξιστική ανάγνωση, μπορεί να ανοίξει η συζήτηση. Πρόσφατα κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις μας ένα βιβλίο με τίτλο Πώς Χάσαμε τον Πόλεμο, γραμμένου με την πεποίθηση ότι η νίκη δεν ισοδυναμεί με την πολιτική επικράτηση ή τη στρατιωτική επιτυχία, ούτε η ήττα ματαιώνει την επανάσταση. Το τι σημαίνει νίκη ή ήττα της απελευθερωτικής προοπτικής σε οποιαδήποτε εποχή είναι ένα από τα σημαντικότερα κριτήρια όχι μόνον της ιστοριογραφίας του αποικιακού και δουλεμπορικού κόσμου, ούτε μόνον της ιστοριογραφίας γενικότερα, αλλά και της αντίληψης για το πόσο αναγκαίοι είναι οι σημερινοί κοινωνικοί αγώνες και πόσο αναγκαία η συνάντησή τους.
Λ. Γ.
Μάρτιος 2026
1 Robin D. G. Kelley. Freedom dreams: the Black radical imagination, Beacon Press 2002.
2 Marcus Rediker. The Many-Headed Hydra. Reviews. https://www.marcusrediker.com/books/the-many-headed-hydra/reviews-for-the-many-headed-hydra/ Βλ. και A sweeping history of the role of the dispossessed in the making of the modern world. Zinn Education Project 2013. https://www.zinnedproject.org/materials/the-many-headed-hydra/
3 Ira Berlin. Toil and Trouble, The Washington Post, 26 Νοεμβρίου 2000.
4 Paul Gilroy. The Black Atlantic: Modernity and Double Consciousness, Verso Books 1993.
5 Edward Palmer Thompson. Η συγκρότηση της αγγλικής εργατικής τάξης, μτφ. Γιάννης Παπαδημητρίου, Πολιτιστικό Ίδρυμα Ομίλου Πειραιώς 2018.
6 Πρβλ. Manuel Barcia. Into the future: A historiographical overview of Atlantic History in the twenty first century, Atlantic Studies 19, 2022: 181-199. Kenneth Maxwell. Review. Foreign Affairs, 1 Μαΐου 2001. https://www.foreignaffairs.com/reviews/capsule-review/2001-05-01/many-headed-hydra-sailors-slaves-commoners-and-hidden-history. Frank McLynn. The sea monster that spawned liberty, The Many-Headed Hydra: the hidden history of the revolutionary Atlantic by Peter Linebaugh and Marcus Rediker , The Independent, 24 Ιανουαρίου 2001. Sukhdev Sandhu. Revolution at the docks, The Guardian, 27 Ιανουαρίου 2001. Peter Thompson. Review, The English Historical Review 117 (471): Απρίλιος 2002: 396-398. Teo Ballvé. Review, Territorial Masquerades. 15 Ιουλίου 2011. https://territorialmasquerades.net/the-many-headed-hydra/
7 Rediker. Reviews.
8 David Brion Davis. Slavery – White, Black, Muslim, Christian, The New York Review of Books, 5 Ιουλίου 2001. https://www.nybooks.com/articles/2001/07/05/slavery-white-black-muslim-christian/
9Peter Linebaugh και Marcus Rediker, απάντηση του David Brion Davis. ‘The Many-Headed Hydra’: An Exchange, The New York Review of Books. 20 Σεπτεμβρίου 2001.
10 David Armitage. The Red Atlantic, Reviews in American History, 29, 4, Δεκ. 2001: 479-486, σελ. 485.
11 Robin Blackburn. The Hidden History of the Revolutionary Atlantic. Peter Linebaugh and Marcus Rediker tell two hundred years of Atlantic history through the everyday struggles of working people, Boston Review, 1 Φεβρουαρίου 2001. https://www.bostonreview.net/authors/robin-blackburn/






