Τραμπισμός και Big Tech ένα χρόνο μετά
Δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα των Συντακτών, 4 Φεβρουαρίου 2026
H νίκη του Ντόναλντ Τραμπ στις αμερικανικές προεδρικές εκλογές συνδέονταν και με την αμέριστη υποστήριξη που έλαβε από την ελίτ της ψηφιακής τεχνολογίας. Ωστόσο, καλό είναι να θυμόμαστε ότι τα στελέχη της τεχνολογίας με τους οποίους συνεργάζεται κάποτε μιλούσαν για ποικιλομορφία, ισότητα και ένταξη, καθώς και για κλιματική βιωσιμότητα και συνδέονταν με τους Δημοκρατικούς. Όχι πια. Πλέον έχουν υιοθετήσει τη στάση του Αμερικανού προέδρου εφαρμόζοντας το δόγμα που κυριαρχεί στους κύκλους τους: «Μέρος του να είσαι σπουδαίος διευθύνων σύμβουλος είναι να είσαι χαμαιλέοντας». Τα ανταλλάγματα αυτής της ευκαμψίας έγιναν σαφή κατά τη διάρκεια της χρονιάς που πέρασε.
Το σκάνδαλο της Cambridge Analytica το 2016 υπήρξε η έναρξη των δημοσιογραφικών αποκαλύψεων, οι οποίες διαδέχθηκαν η μία την άλλη, ως προς την χρήση αλγοριθμικής προπαγάνδας. Κακόβουλοι παράγοντες εκμεταλλεύτηκαν τις δυνατότητες που δίνουν οι ψηφιακές πλατφόρμες και την έλλειψη ελέγχου, προκειμένου να διεξάγουν εκστρατείες παραπληροφόρησης, να διαδώσουν παραπλανητικές διαφημίσεις, να χειραγωγήσουν τους ψηφοφόρους και τελικά να υπονομεύσουν τη δημοκρατική διαδικασία. Εκ τότε τα συμπεριφορικά δεδομένα, η συλλογή και η επεξεργασία τους έχουν εξελιχθεί με τρόπο που διαρκώς γίνεται αποτελεσματικότερος ως προς τη δυνατότητα πρόβλεψης και επηρεασμού της μελλοντικής μας συμπεριφοράς.
Το πλήθος των δραστηριοτήτων που σταθερά συγκεντρώνεται σε μονοπωλιακούς παίκτες δεν βοηθάει στον έλεγχό τους και επιπλέον έχει ως αποτέλεσμα τη γιγάντωση της εξουσίας τους επί της πολιτικής σφαίρας. Με την έναρξη της δεύτερης θητείας Τραμπ ο Τζ. Ντ. Βανς ανέλαβε αντιπρόεδρος της κυβέρνησης. Πρόκειται για έναν πρώην επενδυτή που μπήκε στην πολιτική υπό την προστασία του Π. Τιλ, συνιδρυτή του PayPal και σημαίνουσας προσωπικότητας του ψηφιακού τομέα, με γνωστές ακροδεξιές απόψεις. Ο Ι. Μασκ - προπαγανδιστής της διεθνούς ακροδεξιάς με 218.000.000 ακολούθους στο υπό την ιδιοκτησία του Χ - αναδείχτηκε στον κύριο σύμμαχο του Τραμπ, επενδύοντας πάνω από 130.000.000 δολάρια στην προεκλογική του εκστρατεία. Η Meta, η Microsoft, η Amazon και η Google έκαναν σημαντικές δωρεές για την ορκωμοσία του Τραμπ. Ο Σ. Όλτμαν, επικεφαλής της OpenAI, δώρισε προσωπικά 1.000.000 δολάρια για την τελετή. Ο Τζ. Μπέζος, παλαιότερα αντίπαλος του Τραμπ, παρενέβαινε στην υπό ιδιοκτησία του Washington Post προκειμένου να λογοκρίνει τις φωνές που επέκριναν τη νέα κυβέρνηση. Ο Μ. Ζάκερμπεργκ δήλωνε ανακουφισμένος από τη νίκη του Τραμπ, ζητώντας αύξηση της «αρσενικής ενέργειας» μέσα στις επιχειρήσεις - ό,τι και αν σημαίνει αυτό. Η πολιτική εγγύτητα μεταφράστηκε σε οικονομική συνεισφορά και στη συνέχεια σε άμεση συμμετοχή τους στα κυβερνητικά όργανα των ΗΠΑ από το Department of Government Efficiency (DOGE), έως τη NASA.
Οι ελίτ της Σίλικον Βάλεϊ είναι πάροχοι απαραίτητων πόρων για την πολιτική σφαίρα – είτε πρόκειται για υλικές υποδομές, όπως τα κέντρα δεδομένων και τα δίκτυα, είτε για υπολογιστικές, όπως το λογισμικό και οι αλγόριθμοι. Η σημερινή αμερικάνικη κυβέρνηση ασκεί πολιτική στη βάση μίας αντίληψης που αντιμετωπίζει τα πάντα ως ψηφιακό περιεχόμενο. Πρόκειται για τον συνδυασμό των δυνατοτήτων του διαδικτύου με ολοκληρωτικές ιδεολογίες και αξίες, κάτι που ενισχύει τη ροπή στη διακίνηση παραπλανητικών μηνυμάτων (προπαγάνδα, θεωρίες συνωμοσίας κλπ) και στην πόλωση των χρηστών σε αντίθετα στρατόπεδα. Η υποκατάσταση της λειτουργίας της δημόσιας σφαίρας από αυτά τα μέσα προφανώς αποδυναμώνει θεσμικούς και νομικούς φραγμούς και εγγυήσεις.
Η πρώτη θητεία του Τραμπ ήταν περισσότερο μία τηλεοπτική προεδρία (ακόμα και σήμερα καμιά εικοσαριά μέλη του Fox News δουλεύουν για τον Τραμπ). Η δεύτερη διαμορφώνεται από τις απόψεις της ακροδεξιάς του διαδικτύου. Η διάφορα έχει να κάνει με το ότι ενώ η τηλεόραση απευθύνεται στον γενικό πληθυσμό, τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης απευθύνονται σε ένα στοχευμένο κοινό και προσαρμόζουν το περιεχόμενο τους κατά περίπτωση, χρησιμοποιούν περισσότερο ακραία μηνύματα και εικόνες με στόχο την αδιάλειπτη ροή της ντοπαμίνης. Σε αυτό το πλαίσιο οι πολιτικοί νομίζουν ότι έρχονται σε επαφή με το κοινό μέσω της διαδικτυακής τους παρουσίας, όταν στην πραγματικότητα λειτουργούν εντός μίας φούσκας που τους ξεπερνάει.
Το προηγούμενο έτος οι εταιρείες αποκόμισαν τεράστια οφέλη από τη συμμαχία τους με τον Τραμπ. Ενδεικτικό το πρόσφατο εκτελεστικό διάταγμα που απαγορεύει στις πολιτείες να θεσπίζουν νόμους για τη ρύθμιση της τεχνητής νοημοσύνης με την απειλή τιμωρητικών μέτρων, όπως η παρακράτηση ομοσπονδιακών κονδυλίων. Ο Τραμπ υποστήριξε τη βιομηχανία τεχνολογίας με δισεκατομμύρια σε κρατική χρηματοδότηση και με τη συμμετοχή διευθυνόντων συμβούλων σε διπλωματικές επισκέψεις ως συνδιαπραγματευτών σε γιγαντιαίες, επικερδείς συμφωνίες.
Αν και οι ιδιοκτήτες των Big Tech σταθερά επιδιώκουν τον περαιτέρω πλουτισμό τους, όλοι οι δρώντες στον τομέα προσπαθούν να επαναπροσδιοριστούν στη βάση των νέων δεδομένων που προκύπτουν:
⇒ Εδώ και αρκετούς μήνες υπάρχει ένα σταθερό μοτίβο επαναλαμβανόμενων δημοσιευμάτων στα μεγαλύτερα και απολύτως συστημικά οικονομικά μέσα τα οποία αναφέρονται στην ΑΙ ως φούσκα. Όπως λένε δεν μπορεί παρά να σκάσει άμεσα. Δίνουν έμφαση στις αναλογίες με την χρηματιστηριακή φούσκα της εποχής του dot.com στα τέλη της δεκαετίας του 1990 και τις τεράστιες οικονομικές της συνέπειες. Με δεδομένο ότι ο Τραμπ έχει αποδείξει ότι υπολογίζει μόνο τις αντιδράσεις των αγορών, τα παραπάνω διαμορφώνουν ένα ιδιόμορφο πλαίσιο. Ενδεικτική ήταν η πρόσφατη αναδίπλωση του μετά την πτώση του χρηματιστηρίου το οποίο αντέδρασε φοβικά στην δήλωσή του ότι θα είναι ικανοποιημένος μόνο εφόσον εξασφαλίσει πλήρη κυριαρχία στη Γροιλανδία.
⇒ Οι Big Tech πιέζουν για απεριόριστες επενδύσεις και πόρους (δημόσιο χρήμα, ενέργεια, νερό, σπάνιες γαίες) τόσο τους μετόχους τους, όσο και την ομοσπονδιακή κυβέρνηση ως προϋπόθεση για την περαιτέρω ανάπτυξη της τεχνητής νοημοσύνης. Ωστόσο, εφαρμογές όπως το κινέζικο deep seek απέδειξαν ότι οι τεχνολογίες μπορούν να παραχθούν με ασύγκριτα χαμηλότερα κόστη, κάτι για το οποίο βρέθηκαν υπόλογοι στους επενδύτες τους καθώς ανέτρεπε τους προηγούμενους ισχυρισμούς τους. Επιπλέον, διαφορετικοί παραγωγικοί τομείς ανταγωνίζονται για τους ίδιους πόρους και χρηματοδοτικά κονδύλια, αυτό δημιουργεί συγκρούσεις και αντιφάσεις με δεδομένο ότι στις Big Tech δεν αρκεί να είναι το διαμάντι του στέμματος, θέλουν όλη την πίττα.
⇒ Έχει γίνει φανερό ότι ο Τραμπ ανησυχεί για τις επιπτώσεις των κέντρων δεδομένων στην αγορά ηλεκτρικής ενέργειας στις Ηνωμένες Πολιτείες. Μήπως η δυσαρέσκεια των Αμερικανών για την απότομη αύξηση του κόστους της ενέργειας υπονομεύσει όχι μόνο τον στόχο του για πλήρως αρρύθμιστη τεχνητή νοημοσύνη, αλλά και τις εκλογικές φιλοδοξίες του κόμματός του στις επερχόμενες εκλογές του Νοεμβρίου; Η μείωση του λογαριασμού ηλεκτρικού ρεύματος στο μισό υπήρξε μία από τις βασικές προεκλογικές του υποσχέσεις. Η ανησυχία του Τραμπ έγινε εμφανής με δύο ενέργειες στις οποίες προχώρησε τον περασμένο μήνα. Σε κοινή ανακοίνωση με τον πρόεδρο της Microsoft δήλωσαν ότι ο τεχνολογικός γίγαντας θα πληρώνει περισσότερα για τα κέντρα δεδομένων του, θα καταβάλλει το σύνολο των φόρων ακίνητης περιουσίας και δεν θα γίνεται αποδέκτης ούτε φορολογικών ελαφρύνσεων, ούτε εκπτώσεων στις τιμές ηλεκτρικού ρεύματος στις πόλεις όπου λειτουργούν τα κέντρα δεδομένων του. Πρόκειται για προνόμια που μέχρι σήμερα οι Big Tech θεωρούσαν αδιαπραγμάτευτα. Μετά από λίγες μέρες ο Τραμπ και οι κυβερνήτες των πολιτειών της βορειοανατολικής Αμερικής έδωσαν εντολή στον μεγαλύτερο διαχειριστή δικτύου ηλεκτρικής ενέργειας της χώρας να πραγματοποιήσει έκτακτη δημοπρασία που θα αφορά την αξιοπιστία και την ανθεκτικότητα των δικτύων ενέργειας. Η κίνηση αυτή θα μπορούσε να αναγκάσει τις εταιρείες να πληρώσουν για την κατασκευή των νέων σταθμών παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας που θα τροφοδοτούν τα κέντρα δεδομένων τους.
⇒ Τέλος, η Silicon Valley δεν είναι μόνο το άθροισμα των ελίτ της τεχνολογίας και των επιχειρηματικών κεφαλαίων. Χτίστηκε και συντηρείται από εκατοντάδες χιλιάδες εργαζόμενους στον τομέα της τεχνολογίας, οι οποίοι τάσσονται με μεγάλη πλειοψηφία υπέρ φιλελεύθερων και προοδευτικών αιτημάτων. Επτά στους δέκα εργαζόμενους στον τομέα της τεχνολογίας στην περιοχή δεν ψήφισαν τον Τραμπ το 2024, και πολλοί είναι δυσαρεστημένοι από τη δεξιά στροφή της ηγεσίας τους, όπως και από τις πολιτικές που εφαρμόζουν οι εταιρείες τους. Ενδεικτικές είναι καμπάνιες όπως η ‘No Tech for Apartheid’ των εργαζομένων των Google και Amazon που αντέδρασαν στη συνεργασία με την Ισραηλινή κυβέρνηση ή οι ανοιχτές επιστολές εκατοντάδων εργαζομένων προς τις εταιρείες τους με τις οποίες ζητούν από τους CEO τους να ασκήσουν πίεση στον Λευκό Οίκο για την απόσυρση των ομοσπονδιακών πρακτόρων μετανάστευσης (ICE) από τις αμερικανικές πόλεις. Μετά τις πρόσφατες δολοφονίες οι αντιδράσεις έχουν ενταθεί.
*Το άρθρο αποτελεί μέρος της εισήγησης που εκφωνήθηκε στα πλαίσια της ημερίδας του Ινστιτούτου ΕΝΑ “Απέναντι στον τραμπισμό: προκλήσεις & (αντι)στάσεις σε μια νέα διεθνή πραγματικότητα”, στις 30 Ιανουαρίου στην ΕΣΗΕΑ


