Τοπικά δημοψηφίσματα: το πλέον παραμελημένο εργαλείο άμεσης δημοκρατίας
Τι συμβαίνει με αυτό το σχετικά άγνωστο και ανεφάρμοστο δικαίωμα των πολιτών να αποφασίζουν για κρίσιμα ζητήματα του τόπου τους (και γιατί μπορεί να εξαφανιστεί)
Η συζήτηση για ένα πιθανό τοπικό δημοψήφισμα στη Θεσσαλονίκη, με αφορμή το μέλλον του χώρου της ΔΕΘ, έφερε ξανά στην επιφάνεια ένα σχετικά άγνωστο εργαλείο συμμετοχής των πολιτών στην τοπική αυτοδιοίκηση. Είναι πλέον γνωστό σε όλη την επικράτεια, πώς μια πρωτοβουλία πολιτών συγκέντρωσε 23.214 υπογραφές ζητώντας να αποφασίσουν οι δημότες αν ο χώρος θα μετατραπεί σε Μητροπολιτικό Πάρκο υψηλού πρασίνου ή αν θα προχωρήσει το σχέδιο ανάπλασης με νέα εκθεσιακά κτίρια. Η διαδικασία, ωστόσο, δεν έχει καν φτάσει στην κάλπη. Οι δημοτικές υπηρεσίες αμφισβήτησαν τη νομική εγκυρότητα της αρχικής κατάθεσης των υπογραφών και τώρα η οργανωτική επιτροπή επανήλθε με συμπληρωματικό υλικό.
Κατάθεση συμπληρωματικών εγγράφων από την Οργανωτική Επιτροπή Δημοψηφίσματος στον Δήμο Θεσσαλονίκης
Η συγκεκριμένη υπόθεση δεν αφορά μόνο τη ΔΕΘ. Αγγίζει ένα ευρύτερο ερώτημα: πόσο εύκολο είναι τελικά για τους πολίτες να ενεργοποιήσουν τους μηχανισμούς άμεσης δημοκρατίας στην Ελλάδα και γιατί είναι τόσο άβολο για την πολιτεία να το διαχειριστεί;
Τι είναι, θεωρητικά, το τοπικό δημοψήφισμα
Το τοπικό δημοψήφισμα είναι η πιο άμεση μορφή δημοκρατίας σε επίπεδο δήμου ή περιφέρειας: οι πολίτες καλούνται να αποφασίσουν απευθείας για ένα ζήτημα που αφορά την πόλη τους. Στην ελληνική έννομη τάξη, όμως, ο θεσμός έχει μια ιστορία σχεδόν μόνιμης αδράνειας, καθώς δεν έχει εφαρμοστεί ποτέ στην πλήρη, θεσμική του μορφή.
Υπάρχουν δύο βασικοί τρόποι για να φτάσει μια πόλη σε τοπικό δημοψήφισμα. Ο πρώτος είναι θεσμικός: το δημοτικό συμβούλιο μπορεί να το προκηρύξει με πλειοψηφία δύο τρίτων των μελών του, κάτι που στην πράξη απαιτεί υψηλό βαθμό πολιτικής συναίνεσης και σπάνια επιτυγχάνεται. Ο δεύτερος είναι η λαϊκή πρωτοβουλία, κατά την οποία οι πολίτες συλλέγουν υπογραφές που αντιστοιχούν στο 10% των εγγεγραμμένων εκλογέων του δήμου. Αν το όριο αυτό καλυφθεί, το δημοτικό συμβούλιο υποχρεούται να εξετάσει το αίτημα εντός ενός μηνός, αν και η διαδικασία συχνά αποδεικνύεται σύνθετη και γραφειοκρατική.
Το πεδίο των τοπικών δημοψηφισμάτων είναι αυστηρά περιορισμένο σε ζητήματα τοπικής αρμοδιότητας, όπως οι χρήσεις γης, τα μεγάλα έργα υποδομής ή περιβαλλοντικές παρεμβάσεις. Αντίθετα, εξαιρούνται θέματα όπως η εθνική ασφάλεια, η εξωτερική πολιτική, τα δημοσιονομικά των ΟΤΑ ή η επιβολή τελών, ώστε να διασφαλίζεται ότι ο θεσμός δεν επεκτείνεται πέρα από το τοπικό επίπεδο διακυβέρνησης.
Η διαδικασία διεξαγωγής περιλαμβάνει συγκεκριμένες εγγυήσεις. Το ερώτημα του δημοψηφίσματος καθορίζεται από τον φορέα που αναλαμβάνει την πρωτοβουλία, πρέπει να είναι σαφές, σύντομο και πλήρες, με δύο προκαθορισμένες απαντήσεις, ενώ το δημοτικό συμβούλιο μπορεί να το αναδιατυπώσει εφόσον είναι ασαφές ή μεροληπτικό. Παράλληλα, προβλέπεται δημόσιος διάλογος με τη συμμετοχή συλλογικοτήτων και φορέων, καθώς και μέτρα ενημέρωσης των πολιτών από τον δήμο. Η ψηφοφορία διεξάγεται εντός 30 ημερών από την προκήρυξη, ημέρα Κυριακή, και δικαίωμα συμμετοχής έχουν όσοι ψηφίζουν και στις δημοτικές εκλογές.
Για να θεωρηθεί έγκυρο και δεσμευτικό το αποτέλεσμα, απαιτείται συμμετοχή τουλάχιστον του 40% των εγγεγραμμένων εκλογέων· διαφορετικά, έχει συμβουλευτικό χαρακτήρα.
Ο θεσμός εισήχθη το 2006 στον Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων, αλλά παρέμεινε ουσιαστικά ανενεργός, καθώς δεν συνοδεύτηκε από τις απαραίτητες εφαρμοστικές διαδικασίες. Το 2014 πραγματοποιήθηκε στη Θεσσαλονίκη ένα άτυπο δημοψήφισμα για την ιδιωτικοποίηση της ΕΥΑΘ, με συμμετοχή 218.002 πολιτών και ποσοστό 98.03% κατά της πώλησης. Αν και δεν είχε θεσμική ισχύ, άσκησε πολιτική πίεση και συνέβαλε στην απόφαση του ΤΑΙΠΕΔ να βάλει προσωρινά σε παύση την ιδιωτικοποίηση.
Με τον νόμο «Κλεισθένης Ι» το 2018 επιχειρήθηκε η αναζωογόνηση του θεσμού, κυρίως μέσω της ενίσχυσης της λαϊκής πρωτοβουλίας. Ωστόσο, στην πράξη η λειτουργία του παρέμεινε περιορισμένη και ουσιαστικά πάγωσε την περίοδο 2019–2023, πριν ενεργοποιηθεί εκ νέου από την 1η Ιανουαρίου 2024.
Παρά ταύτα, το μέλλον του θεσμού παραμένει αβέβαιο. Σύμφωνα με το σχέδιο του νέου Κώδικα Αυτοδιοίκησης που παρουσιάστηκε στην ΚΕΔΕ και αναμένεται να τεθεί σε διαβούλευση, η δυνατότητα διεξαγωγής τοπικού δημοψηφίσματος μέσω λαϊκής πρωτοβουλίας φαίνεται να καταργείται, ενώ το δημοψήφισμα θα μπορεί να προκηρύσσεται μόνο από τα δημοτικά ή περιφερειακά συμβούλια και θα έχει αποκλειστικά συμβουλευτικό χαρακτήρα. Έτσι, ένα εργαλείο που σχεδιάστηκε ως μηχανισμός άμεσης συμμετοχής των πολιτών κινδυνεύει να περιοριστεί σε έναν τυπικό και μη δεσμευτικό θεσμό, μέχρι να ξεχαστεί για πάντα.
Η κουλτούρα συμμετοχής δεν είναι ουρανοκατέβατη
Συχνά επαναλαμβάνεται ότι «στην Ελλάδα δεν υπάρχει κουλτούρα συμμετοχής». Είναι ένα βολικό επιχείρημα, και κατά τη γνώμη μου, λανθασμένο. Η συμμετοχή δεν είναι πολιτισμικό χαρακτηριστικό· είναι θεσμικό αποτέλεσμα. Όταν οι πολίτες βλέπουν ότι η ψήφος τους μπορεί να αλλάξει κάτι συγκεκριμένο - το πάρκο της γειτονιάς, έναν δρόμο, μια μεγάλη αστική ανάπλαση - η συμμετοχή αυξάνεται φυσικά.
Σε αρκετές ευρωπαϊκές χώρες, τα τοπικά δημοψηφίσματα αποτελούν καθημερινό εργαλείο δημοκρατίας.
Στη Γερμανία, από τις αρχές της δεκαετίας του 1990 έχουν πραγματοποιηθεί χιλιάδες τοπικά δημοψηφίσματα για ζητήματα πολεοδομίας, μεταφορών ή δημόσιων έργων με λαϊκή πρωτοβουλία (Bürgerentscheid). Στην Ισπανία, η Μαδρίτη δημιούργησε την πλατφόρμα Decide Madrid, όπου οι πολίτες καταθέτουν προτάσεις που μπορούν να οδηγηθούν σε ψηφοφορία. Στο Άμστερνταμ, οι κάτοικοι συμμετέχουν σε διαδικασίες συμμετοχικού προϋπολογισμού, αποφασίζοντας πού θα κατευθυνθούν δημοτικά κονδύλια.
Οι τεχνικές δυσκολίες που προβάλλονται συχνά, όπως είναι το κόστος, η οργάνωση, και η ταυτοποίηση σήμερα είναι εύκολο να ξεπεραστούν. Με τα ψηφιακά εργαλεία του κράτους, από το gov.gr μέχρι τις πλατφόρμες ηλεκτρονικής υπογραφής, η συλλογή και επαλήθευση υπογραφών θα μπορούσε να γίνεται γρήγορα και αξιόπιστα.
Το πραγματικό εμπόδιο δεν είναι τεχνικό. Είναι πολιτικό.
Γι’ αυτό η προτεινόμενη κατάργηση της δυνατότητας διεξαγωγής δημοψηφισμάτων με λαϊκή πρωτοβουλία δημιουργεί μια καταφανή αντίφαση σε σχέση με τις πρόσφατες δηλώσεις του υφυπουργού Εσωτερικών, ο οποίος παρουσίασε τον νέο Κώδικα ως ένα πλαίσιο που «δίνει βάρος στην ενεργή συμμετοχή του πολίτη» και «ενισχύει τα εργαλεία ελέγχου της τοπικής εξουσίας», τον ίδιο κώδικα που προτείνει την κατάργηση της λαϊκής πρωτοβουλίας. Στην πράξη, όμως, τα τοπικά δημοψηφίσματα μεταφέρουν ένα κομμάτι της εξουσίας από τα εκλεγμένα όργανα στους πολίτες. Και αυτό, για πολλούς θεσμούς, παραμένει μια άβολη ιδέα.
Και τώρα, τι;
Παρόλο που ορισμένοι επικαλούνται “πόλεμο”, νομίζω πως η υπόθεση της ΔΕΘ υπερβαίνει τον χαρακτήρα μιας πολεοδομικής διαμάχης. Είναι, στην πραγματικότητα, ένα τεστ για το αν η ελληνική τοπική αυτοδιοίκηση είναι έτοιμη να μοιραστεί την εξουσία με τους πολίτες.
Αν η πολιτεία θέλει να διευκολύνει την εγκυρότητα της διαδικασίας, σε μια άνευ προηγουμένου συλλογική και άμεσα συμμετοχική διαδικασία, έχει τα μέσα να το κάνει. Δημοτικοί υπάλληλοι, λίστες, αρχεία, και πάει λέγοντας. Αν, ωστόσο, η πρωτοβουλία που συνυπέγραψαν 23.214 πολίτες χαθεί σε διαδικαστικές λεπτομέρειες, το μήνυμα είναι σαφές: η συμμετοχή είναι καλοδεχούμενη μόνο όσο δεν παράγει πραγματικές αποφάσεις.
Σε περίπτωση που η πολιτεία παραμείνει απέναντι από αυτή τη συλλογική προσπάθεια, αν επιλέξει να κρατήσει στάση ξεκάθαρα απόμακρη υπό τον φόβο ότι “θα χάσει”, ας έχει την ευθύνη να χαθεί μια ιστορική ευκαιρία να κολλήσουν κάποια από τα θραύσματα της διαλυμένης θεσμικής εμπιστοσύνης.






