Μετάβαση στο περιεχόμενο

response

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
response responses

response (en)

  1. (μετρήσιμο και μη μετρήσιμο) η απάντηση, η απόκριση, γραπτή ή προφορική
    παράδειγμα  I’m waiting for your response.
    Περιμένω την απάντησή σου.
    παράδειγμα  I got no response to my email.
    Δεν πήρα καμία απάντηση στο email μου.
    παράδειγμα  His response was immediate and clear.
    Η απάντησή του ήταν άμεση και ξεκάθαρη.
    παράδειγμα  I am writing in response to your question.
    Σας γράφω σε απάντηση στο ερώτημά σας.
    παράδειγμα  She didn’t get any response.
    Δεν πήρε καμιά απόκριση.
    παράδειγμα  We sent out over 1,000 letters but the response rate has been low.
    Στείλαμε πάνω από 1.000 επιστολές, αλλά το ποσοστό ανταπόκρισης ήταν χαμηλό.
     συνώνυμα:  δείτε τη λέξη answer
  2. (μετρήσιμο και μη μετρήσιμο) η ανταπόκριση, η απόκριση, η αντίδραση σε κάτι που έχει συμβεί ή ειπωθεί
    παράδειγμα  The public’s response was positive.
    Η ανταπόκριση του κοινού ήταν θετική.
    παράδειγμα  The proposal was met with no response.
    Η πρόταση δεν βρήκε ανταπόκριση.
    παράδειγμα  The government’s response to the crisis was delayed.
    Η απόκριση της κυβέρνησης στην κρίση άργησε.
    παράδειγμα  The body showed a good response to the treatment.
    Ο οργανισμός έδειξε καλή απόκριση στη θεραπεία.
     συνώνυμα: reaction
  3. (δίκτυο υπολογιστών) η απόκριση
    παράδειγμα  The messages sent by the client, usually a Web browser, are called requests and the messages sent by the server as an answer are called responses.
    Τα μηνύματα που αποστέλλονται από τον πελάτη, συνήθως ένα πρόγραμμα περιήγησης στο Web, καλούνται αιτήματα και τα μηνύματα που αποστέλλονται από τον διακομιστή ως απάντηση ονομάζονται αποκρίσεις
     αντώνυμα: request
    συντομογραφία: RES [1]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. «απόκριση», «RES» από αναζήτηση «response» στη Βάση Τηλεπικοινωνιακών Όρων TELETERM από τη Μόνιμη Ομάδα Τηλεπικοινωνιακής Ορολογίας (ΜΟΤΟ), τον ΟΤΕ, τον ΕΛΟΤ και τον ΕΛΕΤΟ.