response
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| response | responses |
response (en)
- (μετρήσιμο και μη μετρήσιμο) η απάντηση, η απόκριση, γραπτή ή προφορική
I’m waiting for your response.
- Περιμένω την απάντησή σου.
I got no response to my email.
- Δεν πήρα καμία απάντηση στο email μου.
His response was immediate and clear.
- Η απάντησή του ήταν άμεση και ξεκάθαρη.
I am writing in response to your question.
- Σας γράφω σε απάντηση στο ερώτημά σας.
She didn’t get any response.
- Δεν πήρε καμιά απόκριση.
We sent out over 1,000 letters but the response rate has been low.
- Στείλαμε πάνω από 1.000 επιστολές, αλλά το ποσοστό ανταπόκρισης ήταν χαμηλό.
- ≈ συνώνυμα: → δείτε τη λέξη answer
- (μετρήσιμο και μη μετρήσιμο) η ανταπόκριση, η απόκριση, η αντίδραση σε κάτι που έχει συμβεί ή ειπωθεί
The public’s response was positive.
- Η ανταπόκριση του κοινού ήταν θετική.
The proposal was met with no response.
- Η πρόταση δεν βρήκε ανταπόκριση.
The government’s response to the crisis was delayed.
- Η απόκριση της κυβέρνησης στην κρίση άργησε.
The body showed a good response to the treatment.
- Ο οργανισμός έδειξε καλή απόκριση στη θεραπεία.
- ≈ συνώνυμα: reaction
- (δίκτυο υπολογιστών) η απόκριση
The messages sent by the client, usually a Web browser, are called requests and the messages sent by the server as an answer are called responses.
- Τα μηνύματα που αποστέλλονται από τον πελάτη, συνήθως ένα πρόγραμμα περιήγησης στο Web, καλούνται αιτήματα και τα μηνύματα που αποστέλλονται από τον διακομιστή ως απάντηση ονομάζονται αποκρίσεις
- ≠ αντώνυμα: request
- συντομογραφία: RES [1]
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ «απόκριση», «RES» από αναζήτηση «response» στη Βάση Τηλεπικοινωνιακών Όρων TELETERM από τη Μόνιμη Ομάδα Τηλεπικοινωνιακής Ορολογίας (ΜΟΤΟ), τον ΟΤΕ, τον ΕΛΟΤ και τον ΕΛΕΤΟ.