Μετάβαση στο περιεχόμενο

open

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
open < (κληρονομημένο) αγγλοσαξονική open < πρωτογερμανική *panaz (δείτε και τη γερμανική offen, ολλανδική open) < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *upo

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈəʊ.pən/ (βρετανικό)
 
ΔΦΑ : /ˈoʊ.pən/ (ΗΠΑ)
 
 

Επίθετο

[επεξεργασία]
παραθετικά
θετικός open
συγκριτικός more open
υπερθετικός most open

open (en)

  1. ανοιχτός, που επιτρέπει σε πράγματα ή ανθρώπους να περάσουν· όχι κλειστός
    παράδειγμα  Did you leave the window open?
    Άφησες το παράθυρο ανοιχτό;
    παράδειγμα  The large window is wide open.
    Το μεγάλο παράθυρο είναι διάπλατα ανοιχτό.
    παράδειγμα  She held the door open for them.
    Κράτησε την πόρτα ανοιχτή για αυτούς.
    παράδειγμα  Borders between the countries are open and passports are not required.
    Τα σύνορα μεταξύ των χωρών είναι ανοιχτά και δεν απαιτούνται διαβατήρια.
    παράδειγμα  The window was wide open.
    Το παράθυρο ήταν ορθάνοιχτο.
    παράδειγμα  The gates of the castle swung open.
    Οι πύλες του κάστρου άνοιξαν διάπλατα.
    παράδειγμα  Push the door open.
    Σπρώξε την πόρτα να ανοίξει.
     αντώνυμα: closed
  2. ανοιχτός, για τα βλέφαρα ή τα χείλη
    παράδειγμα  She had difficulty keeping her eyes open.
    Είχε δυσκολία να κρατήσει τα μάτια της ανοιχτά.
    παράδειγμα  She stared at him, her mouth (hanging) open.
    Τον κοίταζε επίμονα, με το στόμα της ανοιχτό.
     αντώνυμα: closed
  3. ανοιχτός, που απλώνεται
    παράδειγμα  The book lay open on the table.
    Το βιβλίο ήταν ανοιχτό πάνω στο τραπέζι.
    παράδειγμα  She put the money into his open hand.
    Έβαλε τα χρήματα στην ανοιχτή του παλάμη.
     αντώνυμα: closed
  4. ανοιχτός, που δεν είναι κλειστός ή καλυμμένος για να βγαίνουν ή να μπαίνουν εύκολα τα πράγματα
    παράδειγμα  Leave the envelope open.
    Άφησε τον φάκελο ανοιχτό.
    παράδειγμα  The bag burst open and everything fell out.
    Η τσάντα άνοιξε και έπεσαν όλα έξω.
    παράδειγμα  I tried to pry open the locket.
    Πήγα να ανοίξω το μενταγιόν με το ζόρι.
    παράδειγμα  The children ripped open the presents excitedly.
    Τα παιδιά άνοιξαν τα δώρα σκίζοντάς τα με ενθουσιασμό.
     αντώνυμα: closed
  5. ανοιχτός, για ρούχα
    παράδειγμα  an open shirt - ανοιχτό πουκάμισο
     αντώνυμα: closed
  6. ανοιχτός, που δεν περιβάλλεται από τίποτα
    παράδειγμα  The city has a lot of parks and (wide) open spaces.
    Η πόλη έχει πολλά πάρκα και ανοιχτούς χώρους.
    παράδειγμα  They were driving fast along the open road.
    Οδήγησαν γρήγορα στον ανοιχτό δρόμο.
    παράδειγμα  We left port and headed for the open sea.
    Αφήσαμε το λιμάνι και κατευθυνθήκαμε προς τη ανοιχτή θάλασσα.
    παράδειγμα  The house has an open concept kitchen and living room.
    Το σπίτι έχει κουζίνα και σαλόνι που έχουν σχεδιαστεί με ανοιχτή διαρρύθμιση.
  7. ανοιχτός, που είναι ακάλυπτος
    παράδειγμα  an open wound - μια ανοιχτή πληγή
    παράδειγμα  Leave the pot open so the food cools down a bit.
    Άφησε την κατσαρόλα ανοιχτή για να κρυώσει λίγο το φαγητό.
    παράδειγμα  The hall of the old house was open to the sky.
    Η αίθουσα του παλιού σπιτιού ήταν ανοιχτή προς τον ουρανό.
    παράδειγμα  They were living in a tent, cooking their meals on an open fire.
    Ζούσαν σε μια σκηνή, μαγειρεύοντας τα γεύματά τους σε ανοιχτή φωτιά.
    παράδειγμα  We are outside and working in the open air.
    Είμαστε έξω και δουλεύουμε στο ύπαιθρο.
  8. (χωρίς παραθετικά) ανοιχτός, για κατάστημα κτλ. που λειτουργεί
    παράδειγμα  Banks are not open on bank holidays.
    Οι τράπεζες δεν είναι ανοιχτές στις αργίες.
     αντώνυμα: closed
  9. ανοιχτός, δημόσιος, για κάτι στο οποίο μπορεί να συμμετέχει ο καθένας
    παράδειγμα  This is an open competition and anyone can join.
    Αυτός είναι ένας ανοιχτός διαγωνισμός και μπορεί να συμμετάσχει ο καθένας.
    παράδειγμα  She was tried in open court.
    Δικάστηκε σε δημόσια δίκη.
  10. (όχι πριν από το ουσιαστικό) ανοιχτός, για κάτι στο οποίο μπορούν να συμμετέχουν μόνο συγκεκριμένα άτομα
    παράδειγμα  The competition is open to young people under the age of 18.
    Ο διαγωνισμός είναι ανοιχτός σε νέους κάτω των 18 ετών.
    παράδειγμα  Parking is only open to residents.
    Η στάθμευση είναι ανοιχτή μόνο για τους κατοίκους.
  11. (όχι πριν από το ουσιαστικό) ανοιχτός, διαθέσιμος, ελεύθερος
    παράδειγμα  I want to keep the bank account open.
    Θέλω να κρατήσω τον τραπεζικό λογαριασμό ανοιχτό.
    παράδειγμα  My advice is to keep your options open.
    Η συμβουλή μου είναι να κρατήσεις τις επιλογές σου ανοιχτές.
    παράδειγμα  We have kept the door open for future discussions.
    Έχουμε κρατήσει την πόρτα ανοιχτή για μελλοντικές συζητήσεις.
    παράδειγμα  Is that room still open?
    Είναι ακόμα διαθέσιμο εκείνο το δωμάτιο;
    παράδειγμα  The room is still open; would you like to book it?
    Το δωμάτιο είναι ακόμη ελεύθερο· Θέλεις να το κλείσεις;
    παράδειγμα  Selling the house is just one possibility that is open to us.
    Το να πουλήσουμε το σπίτι είναι μόνο μία από τις πιθανότητες που έχουμε στη διάθεσή μας.
     συνώνυμα: available
  12. (όχι πριν από το ουσιαστικό) ανοιχτός, που είναι έτοιμος να δεχτεί κλήσεις, να λάβει αιτήματα κτλ.
    παράδειγμα  It is important to keep communication channels open.
    Είναι σημαντικό να διατηρούνται τα κανάλια επικοινωνίας ανοιχτά.
    παράδειγμα  Nominations are now open for this year's Awards.
    Οι υποψηφιότητες είναι πλέον ανοιχτές για τα φετινά Βραβεία.
     αντώνυμα: closed
  13. ευάλωτος, εκτεθειμένος, που είναι πιθανό να υποστεί κάτι όπως κριτική, τραυματισμό κτλ.
    παράδειγμα  The system is open to abuse.
    Το σύστημα είναι ευάλωτο σε κατάχρηση.
    παράδειγμα  He had left his king open to check.
    Είχε αφήσει τον βασιλιά του εκτεθειμένο σε σαχ.
    παράδειγμα  He has laid himself (wide) open to political attack.
    Έχει εκθέσει τον εαυτό του σε πολιτική επίθεση.
     συνώνυμα: vulnerable
  14. ανοιχτός, δημόσιος, φανερός, που είναι γνωστός σε όλους· που δεν κρατιέται κρυφός
    παράδειγμα  We need a more open and accountable government.
    Χρειαζόμαστε μια πιο ανοιχτή και υπόλογη κυβέρνηση.
    παράδειγμα  It was an open display of affection.
    Ήταν μια δημόσια επίδειξη στοργής.
    παράδειγμα  His eyes showed open admiration as he looked at her.
    Τα μάτια του έδειχναν φανερό θαυμασμό καθώς την κοιτούσε.
  15. (χωρίς παραθετικά) ανοιχτός, ειλικρινής
    παράδειγμα  The man is an open book.
    Αυτός είναι ανοιχτό βιβλίο.
    παράδειγμα  He was quite open about his reasons for leaving.
    Ήταν αρκετά ανοιχτός για τους λόγους του να φύγει
    παράδειγμα  She was always open with her parents.
    Ήταν πάντα ειλικρινής με τους γονείς της.
     συνώνυμα:  δείτε τη λέξη honest
  16. ανοιχτός, που είναι πρόθυμος να ακούσει και να σκεφτεί νέες ιδέες
    παράδειγμα  I am open to new ideas.
    Είμαι ανοιχτός (έτοιμος να δεχτώ) σε νέες ιδέες.
    παράδειγμα  I'm open to suggestions for what you would like to do in our classes.
    Είμαι ανοιχτός σε προτάσεις για το τι θα θέλατε να κάνουμε στα μαθήματά μας.
  17. ανοιχτός, που δεν έχει ακόμη αποφασιστεί
    παράδειγμα  This is an open discussion about it.
    Υπάρχει μια ανοιχτή συζήτηση για αυτό.
    παράδειγμα  The issue remains open.
    Το ζήτημα παραμένει ανοιχτό.
    παράδειγμα  The race is still wide open.
    Ο αγώνας είναι ακόμη ανοιχτός.
  18. (open to something) ανοιχτός σε κάτι, εκτεθειμένος σε κάτι, που επιτρέπει κάτι· που κάνει κάτι δυνατό
    παράδειγμα  Some phrases in the contract are open to interpretation.
    Ορισμένες φράσεις στο συμβόλαιο είναι ανοιχτές σε ερμηνείες.
    παράδειγμα  The price is not open to negotiation.
    Η τιμή δεν είναι ανοιχτή σε διαπραγμάτευση.
    παράδειγμα  What she means precisely is open to debate.
    Αυτό που εννοεί ακριβώς είναι ανοιχτό σε συζήτηση.
    παράδειγμα  The firm could leave itself open to the accusation that it failed to act.
    Η εταιρεία θα μπορούσε να αφήσει τον εαυτό της εκτεθειμένη στην κατηγορία ότι απέτυχε να ενεργήσει.
  19. (μαθηματικά) για έναν τύπο που έχει μια ελεύθερη μεταβλητή
  20. (πληροφορική) ο ανοιχτός (για αρχείο file)

Πολυλεκτικοί όροι

[επεξεργασία]

Εκφράσεις

[επεξεργασία]

Σύνθετα

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

open (en) (μόνο ενικός ως the open)

  1. το ύπαιθρο
    παράδειγμα  Children need to play out in the open.
    Τα παιδιά χρειάζεται να παίζουν στο ύπαιθρο/έξω στον αέρα.
  2. το να είναι δημόσια γνωστός
    παράδειγμα  Government officials do not want these comments (out) in the open.
    Οι κυβερνητικοί αξιωματούχοι δεν θέλουν αυτά τα σχόλια να είναι δημόσια γνωστά.
ενεστώτας open
γ΄ ενικό ενεστώτα opens
αόριστος opened
παθητική μετοχή opened
ενεργητική μετοχή opening

open (en)

  1. (μεταβατικό και αμετάβατο) ανοίγω
  2. (μεταβατικό) ανοίγω ένα κατάστημα ή άλλον χώρο
    παράδειγμα  The shop opens at 9:00. - Το μαγαζί ανοίγει στις εννιά.
  3. (μεταβατικό) αρχίζω, ανοίγω (ένα θέμα συζήτησης)
    παράδειγμα  I don't want to open that subject. - δε θέλω να ανοίξω αυτό το θέμα (συζήτησης)
  4. (στο πόκερ)
    1. ανοίγω, ποντάρω πρώτος
    2. δείχνω τα χαρτιά μου
  5. (πληροφορική) ανοίγω (ένα αρχείο)
  6. ανοίγω, αρχίζω κάτι
    παράδειγμα  With the accession of Greece to the EEC, today’s European Union, a new chapter opened for the country.
    Με την ένταξη της Ελλάδας στην ΕΟΚ, τη σημερινή Ευρωπαϊκή Ένωση, άνοιξε ένα καινούριο κεφάλαιο για τη χώρα.

Αντώνυμα

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]



Ολλανδικά (nl)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
open < παλαιά ολλανδικά opan < πρωτογερμανική *upanaz

Προφορά

[επεξεργασία]
 

Επίθετο

[επεξεργασία]

open (nl)

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Αντώνυμα

[επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

open (nl)

  1. πρώτο πρόσωπο ενικού του ενεστώτα του ρήματος openen
  2. προστακτική του ρήματος openen



Φινλανδικά (fi)

[επεξεργασία]

Κλιτικός τύπος ουσιαστικού

[επεξεργασία]

open (fi)