Μετάβαση στο περιεχόμενο

lo

Από Βικιλεξικό

Κατωιταλικά (grk-ita)

[επεξεργασία]
2η κλίση, αρσενικό με ανώμαλο πληθυντικό
αριθμός ενικός πληθυντικός (ουδέτερο)
ονομαστική
lo
loja
γενική
?
?
αιτιατική
lo
loja
κλητική
?
loja

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
lo < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική λόγος

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

lo

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]
  • loja (ονομ. πληθυντικού)



Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Επιφώνημα

[επεξεργασία]

lo (en)



Βασκικά (eu)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

lo (eu)



Εσπεράντο (eo)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
lo < l + -o

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

lo (eo)



Ισπανικά (es)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
lo < (κληρονομημένο) λατινική illum

Αντωνυμία

[επεξεργασία]

lo (es)

προσωπικές αντωνυμίες στα ισπανικά
αριθμός πρόσωπο γένος ονομαστική αιτιατική δοτική αυτοπαθής τονιζόμενη
ενικός1ο yome
2ο teti
3οαρσενικό élloleseél
θηλυκό ellalaella
πληθυντικός1οαρσενικό nosotrosnosnosotros
θηλυκό nosotrasnosotras
2οαρσενικό vosotrososvosotros
θηλυκό vosotrasvosotras
3οαρσενικό ellosloslesseellos
θηλυκό ellaslasellas