free
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- free < παλαιά αγγλική freo < πρωτογερμανική *frijaz < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *prijos- αγαπητός, αγαπημένος
Προφορά
[επεξεργασία]
Επίθετο
[επεξεργασία]| παραθετικά | |
| θετικός | free |
| συγκριτικός | freer |
| υπερθετικός | freest |
free (en)
- ελεύθερος, χωρίς υποχρεώσεις
I’m finish up today and tomorrow on I’ll be free.
- Σήμερα τελειώνω και από αύριο θα είμαι ελεύθερος.
Will you have free time tomorrow?
- Θα έχεις ελεύθερο χρόνο αύριο;
Tuesday is my free day.
- Η Τρίτη είναι η ελεύθερη μέρα μου.
- μη φυλακισμένος ή υποδουλωμένος
- δωρεάν, χωρίς πληρωμή
There's free beer for everyone at the bar tonight.
- Απόψε στο μπαρ έχει δωρεάν μπίρα για όλους.
- αβίαστος (ελεύθερος).
He was given free rein to do whatever he wanted → λείπει η μετάφραση
- ανεμπόδιστος, χωρίς εμπόδια
- the drain was free
- (για λογισμικό) με πολύ λίγους περιορισμούς στη διανομή ή τη βελτίωση, σε αντίθεση με το ιδιόκτητο λογισμικό. Βλέπε ελεύθερο λογισμικό.
Σύνθετα
[επεξεργασία]πληροφορική
Πολυλεκτικοί όροι
[επεξεργασία]
Ρήμα
[επεξεργασία]| ενεστώτας | free |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | frees |
| αόριστος | freed |
| παθητική μετοχή | freed |
| ενεργητική μετοχή | freeing |
free (en)
- (μεταβατικό) ελευθερώνω· απελευθερώνω· απελευθερώνω από αυτό που περιορίζει, στενοχωρεί, ή καταπιέζει