exploit
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| exploit | exploits |
exploit (en)
- (συνήθως ενικός) το κατόρθωμα, ο άθλος, το ανδραγάθημα, γενναία, συναρπαστική ή ενδιαφέρουσα πράξη
his military exploits - τα πολεμικά του κατορθώματα
his heroic exploits - ο ηρωικός του άθλος
the exploits of brave men - τα ανδραγαθήματα των γενναίων ανδρών
- (πληροφορική) το πρόγραμμα ή γενικότερα η τεχνική που εκμεταλλεύεται ένα κενό ασφάλειας ενός άλλου λογισμικού
- → δείτε τη λέξη zero-day exploit
Ρήμα
[επεξεργασία]| ενεστώτας | exploit |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | exploits |
| αόριστος | exploited |
| παθητική μετοχή | exploited |
| ενεργητική μετοχή | exploiting |
exploit (en)
- (κακόσημο) εκμεταλλεύομαι, μεταχειρίζομαι ένα πρόσωπο ή μια κατάσταση ως ευκαιρία να αποκτήσω ένα πλεονέκτημα για τον εαυτό μου
They exploit people’s ignorance.
- Εκμεταλλεύονται την αμάθεια του κόσμου.
- ≈ συνώνυμα: prey on, take advantage of και trade on
- (κακόσημο) εκμεταλλεύομαι, μεταχειρίζομαι κάποιον άδικα κάνοντας τον να δουλέψει και δεν του δίνω πολλά σε αντάλλαγμα
That business exploits its employees.
- Εκείνη η επιχείρηση εκμεταλλεύεται τους υπάλληλους της.
- εκμεταλλεύομαι, αξιοποιώ, χρησιμοποιώ κάτι καλά για να κερδίσω όσο το δυνατόν περισσότερα από αυτό
In order to better exploit the space, we need to change the layout.
- Για να εκμεταλλευτούμε καλύτερα το χώρο, πρέπει να αλλάξουμε διαρρύθμιση.
He exploited all the opportunities he was given.
- Αξιοποίησε όλες τις ευκαιρίες που του δόθηκαν.
She exploited her charm.
- Χρησιμοποίησε τη γοητεία της.
- ≈ συνώνυμα: → δείτε τη λέξη capitalize on
- εκμεταλλεύομαι, αξιοποιώ, αναπτύσσω ή χρησιμοποιώ κάτι για επιχείρηση ή βιομηχανία
The state should exploit all its wealth-producing resources.
- Το κράτος πρέπει να εκμεταλλευτεί όλες τις πλουτοπαραγωγικές πηγές.
They are exploiting the materials of the area.
- Αξιοποιούν τα υλικά της περιοχής.
- ≈ συνώνυμα: → δείτε τη λέξη capitalize on
Συγγενικά
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]
Γαλλικά (fr)
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]exploit (fr) αρσενικό
- το κατόρθωμα, το επίτευγμα, ο άθλος
- το ανδραγάθημα