Μετάβαση στο περιεχόμενο

es

Από Βικιλεξικό
Δείτε τις μορφές es, -es, .es, ES, Es, , ès, és, êş

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
es: ρηματικός τύπος < (κληρονομημένο) παλαιά γαλλική es

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

es (fr)



Γερμανικά (de)

[επεξεργασία]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ɛs/
 
 

Αντωνυμία

[επεξεργασία]

es (de) ουδέτερο

  • (προσωπική αντωνυμία) τρίτο πρόσωπο: ονομαστική και αιτιατική ενικού, ουδέτερου γένους του ich
    1. ονομαστική
      παράδειγμα Maria hat ein Kind; es ist drei Jahre alt.
           Η Μαρία έχει ένα παιδί· αυτό είναι τριών
      παράδειγμα Es ist drei Uhr.
           Είναι τρεις η ώρα.
            Ουσιαστικό χωρίς σημασιολογική σημασία.
    2. αιτιατική
      παράδειγμα Das Kind? Ich bringe es in den Kindergarten.
           Το παιδί; Θα το πάω στον παιδικό σταθμό.
Προσωπικές αντωνυμίες και αυτοπαθής αντωνυμία
α' πρόσωποβ' πρόσωπογ' πρόσωπο
ενικός
αρσενικόθηλυκόουδέτεροαυτοπαθής
ονομαστικήichduersiees
γενικήmeinerdeinerseinerihrerseiner
δοτικήmirdirihmihrihmsich
αιτιατικήmichdichihnsieessich
πληθυντικός
αρσενικό, θηλυκό, ουδέτεροένδειξη ευγένειαςαυτοπαθής
ονομαστικήwirihrsieSie
γενικήunsereuerihrerIhrer
δοτικήunseuchihnenIhnensich
αιτιατικήunseuchsieSiesich



Ινδονησιακά (id)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

es (id)



Κατωιταλικά (grk-ita)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
es < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἐσ- < αρχαία ελληνική εἰς, ιωνικός τύπος: ἐς

Πρόθεση

[επεξεργασία]

es

Σημειώσεις

[επεξεργασία]

Όπως και στα νέα ελληνικά, αυτή η πρόθεση συνδυάζεται με το οριστικό άρθρο και γίνεται έναρθρη. Δείτε την κλίση του οριστικού άρθρου (o) για περισσότερα.

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]



Λετονικά (lv)

[επεξεργασία]

Αντωνυμία

[επεξεργασία]

es (lv) προσωπική αντωνυμία



Μαλαϊκά (ms)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

es (ms)



Μέση γαλλική (frm)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία 1

[επεξεργασία]
es < (κληρονομημένο) παλαιά γαλλική es (εσύ είσαι).[1] Μορφολογικά αναλύεται σε συγχώνευση en + les

Πρόθεση

[επεξεργασία]

es (fr)

Ετυμολογία 2

[επεξεργασία]
es: ρηματικός τύπος < (κληρονομημένο) παλαιά γαλλική es

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

es (fr)

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. es - DMF, Dictionnaire du Moyen Français (1330-1500) [Λεξικό της μέσης γαλλικής], CNRTL (Centre National de Resources Textuelles et Lexicales, 2005) από το Trésor de la langue française informatisé



Παλαιά γαλλικά (fro)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία 1

[επεξεργασία]
es < συγχώνευση en + les [1]
ΑΠΟΓΟΝΟΙ: μέση γαλλική: es γαλλικά: ès

Πρόθεση

[επεξεργασία]

es (fr)

Ετυμολογία 2

[επεξεργασία]
es: ρηματικός τύπος
ΑΠΟΓΟΝΟΙ: μέση γαλλική: es γαλλικά: es

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

es (fr)

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. es - DMF, Dictionnaire du Moyen Français (1330-1500) [Λεξικό της μέσης γαλλικής], CNRTL (Centre National de Resources Textuelles et Lexicales, 2005) από το Trésor de la langue française informatisé