component
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| component | components |
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /kʌmˈpoʊnənt/ (ΗΠΑ)
- ⓘ
- ΔΦΑ : //kəmˈpəʊ.nənt// (ΗΒ)
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]component (en)
- το συστατικό, καθένα από τα στοιχεία που αποτελούν ένα σύνολο
The prologue is a typical component of ancient tragedy.
- Ο πρόλογος αποτελεί τυπικό συστατικό της αρχαίας τραγωδίας.
the components of a camera - τα εξαρτήματα μιας κάμερας
Πολυλεκτικοί όροι
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- component - Oxford Learner's Dictionaries
- Stavropoulos, D N (2008). Stavropoulos, G N. ed. Oxford Greek-English Learner's Dictionary (Revised έκδοση). Oxford: Oxford University Press. σελ. 77. ISBN 9780194325684.
- component - Douglas Harper, Online Etymology Dictionary (Διαδικτυακό ετυμολογικό λεξικό) etymonline.com (αγγλικά, από το 2001)